διαλογισμός(ディアロギズモス)は「瞑想」という意味の男性名詞です。
目次
διαλογισμός(ディアロギズモス)- 語源・由来
古代ギリシャ語で「考える」と「越える」が組み合わさった言葉から。
- 古代ギリシャ語:δια-|越える、通過するなどを表す接頭辞
- ギリシャ語:δια (διά, δι) -
- 古代ギリシャ語:λέγω|集める、整える、話す、呼ぶ…
- ギリシャ語:λέω, λέγω|言う、話す、呼ぶ
- λογίζομαι→λογίζομαι|(λέγωの受動態)考える、計算する
- διαλογίζομαι|よく考える、熟考する→瞑想する
- διαλογισμός|瞑想
- διαλογίζομαι|よく考える、熟考する→瞑想する
διαλογισμός(ディアロギズモス)- 関連項目
同じ分類 [リラクゼーション] の単語
- χαλαρός|リラックスした、緩んだ、たるんだ
- συγκέντρωση|集中、集まり、収集、濃度
- διάλειμμα|休憩、ひと休み、中断、休止期
- ηρεμία|落ち着き、平穏、平和、静けさ
- πεζοπορία|ハイキング、ウォーキング
- θεραπεία|癒やし、ヒーリング、治療、セラピー
- χαλάρωση|リラクゼーション、リラックスすること
- περπάτημα|歩行、歩くこと、ウォーキング
同じ分類 [宗教] の単語
- επιστολή|手紙、書簡
- απόστολος|使者、使節、使徒
- μαρτύριο|受難、苦難、苦しみ、殉教、拷問
- ανάσταση|復活、再生
- δημιουργός|神、創造主、職人
- θεός|神
- κηδεία|葬儀・葬式
- αγρυπνία|不眠、徹夜、徹夜祷・ヴィジリア
- παντοδύναμος|神、全能者
同じ品詞 [男性名詞] の単語
- δανδελίων|タンポポ
- ήλιος|太陽、日光・昼光、ヒマワリ、ヘリオス
- τάφος|墓
- Ωρίων|オリオン(座)
- Βόρειος Στέφανος|かんむり座
- υδράργυρος|水銀
- νότος|南
- κυματισμός|波、波の動き・揺れ
- μύθος|神話
- τρελός|狂った、正気でない、愚かな/狂人、ビショップ(チェス)、愚者(タロット)
同じ品詞 [男性名詞-ος-οι] の単語
- πολιτισμός|文明、文化
- σκύλος|犬(オス)
- κεραυνός|雷、落雷
- αποκρυφισμός|オカルト、オカルティズム、隠秘学、神秘学
- μονόκερως|ユニコーン、いっかくじゅう座
- ύπνος|睡眠・眠り、ヒュプノス
- αδερφός|兄弟、兄、弟
- αθάνατος|不死の、不滅の、永遠の
- πύργος|塔・タワー、ルーク(チェス)、タレット・小塔、回転砲塔
- σύζυγος|配偶者、夫、妻
関連ページ
関連カテゴリー
διαλογισμός(ディアロギズモス)- 男性名詞
主な意味
- 瞑想、思索
読み方
- ディアロギズモス|διαλογισμός
ラテン文字(ローマ字)表記
- dialogismos
英語訳
- meditation
語形変化
| 単数 | 複数 | |
|---|---|---|
| 主格 | διαλογισμός ディアロギズモス | διαλογισμοί ディアロギズミ |
| 属格 | διαλογισμού ディアロギズム | διαλογισμών ディアロギズモン |
| 対格 | διαλογισμό ディアロギズモ | διαλογισμούς ディアロギズムス |
| 呼格 | διαλογισμέ ディアロギズメ | διαλογισμοί |


