ανεμώνη(アネモーニ)は「アネモネ」という意味の女性名詞です。
目次
ανεμώνη(アネモーニ)- 語源・由来
風の娘
古代ギリシャ語で「風の娘」の意味。
風が吹くときにだけ花を咲かせる、と考えられていたことに由来します。
- 古代ギリシャ語:ἄνεμος + -ώνη|風 + 女性化の接尾辞
- 古代ギリシャ語:ἀνεμώνη|アネモネ
- ギリシャ語:ανεμώνη|アネモネ
- ラテン語:anemōnē
- 英語:anemone
- 古代ギリシャ語:ἀνεμώνη|アネモネ
イソギンチャク
英語のsea anemoneと同じく、ギリシャ語でも「イソギンチャク」のことを「海のアネモネ」θαλάσσια ανεμώνηと表します。
- ギリシャ語:θάλασσα|海(名詞)
- ギリシャ語:θαλάσσιος|海の(形容詞)
- ギリシャ語:θαλάσσια ανεμώνη|イソギンチャク
- ギリシャ語:θαλάσσιος|海の(形容詞)
ανεμώνη(アネモーニ)- 関連項目
同じ分類 [花] の単語
- βιολέτα|スミレ
- ίο|スミレ
- ήλιος|太陽、日光・昼光、ヒマワリ、ヘリオス
- λείριον|ユリ、百合
- δανδελίων|タンポポ
- τριαντάφυλλο|バラ
- υάκινθος|ヒヤシンス
- μη με λησμόνει|勿忘草
- νάρκισσος|スイセン、ナルシスト
- ορτανσία|アジサイ
同じ品詞 [女性名詞] の単語
- συγκέντρωση|集中、集まり、収集、濃度
- σύγκρουση|争い、衝突
- εφημερίδα|新聞
- σελήνη|月、衛星、セレーネ
- έκλειψη|蝕、食
- ευτυχία|幸福、満足、幸せ、幸運
- τουλίπα|チューリップ
- τρέλα|狂気、狂気の沙汰、精神障害
- φλόγα|炎・火炎
- πέτρα|岩、石
同じ品詞 [女性名詞-η-ες] の単語
- μάχη|戦い、闘い
- ανατολή|東、夜明け
- αναπνοή|呼吸、息、息抜き、休息
- ζωή|命・生命(一生・生涯・寿命)、生、生活、人生
- αρχιτεκτονική|建築
- χαρμοσύνη|至福、無上の喜び
- λάσπη|泥
- αγάπη|愛、アガペー
- αδερφή|姉妹、姉、妹
- νεκροκεφαλή|ドクロ・髑髏、スカル、頭蓋骨
関連ページ
関連カテゴリー
ανεμώνη(アネモーニ)- 女性名詞
主な意味
- アネモネ
読み方
- アネモーニ|ανεμώνη
ラテン文字(ローマ字)表記
- anemoni
英語訳
- anemone, windflower
語形変化
| 単数 | 複数 | |
|---|---|---|
| 主格 | ανεμώνη アネモーニ | ανεμώνες アネモーネス |
| 属格 | ανεμώνης | (ανεμώνων) |
| 対格 | ανεμώνη | ανεμώνες |
| 呼格 | ανεμώνη | ανεμώνες |


