λαχανικό(ラハニコ)は「野菜」という意味の中性名詞です。
目次
λαχανικό(ラハニコ)- 語源・由来
古代ギリシャ語で野菜、ハーブを表すλάχανονから(→λάχανο)
- 古代ギリシャ語:λαχαίνω|掘る
- 古代ギリシャ語:λάχανον|ハーブ(野生でなく栽培の)、複数形で野菜、野菜市場
- ギリシャ語:λάχανο|キャベツ
- -ικός|形容詞化の接尾辞
- 中性形-ικό
- ギリシャ語:λαχανικό|野菜
- 中性形-ικό
- 古代ギリシャ語:λάχανον|ハーブ(野生でなく栽培の)、複数形で野菜、野菜市場
野菜のうち「葉菜類・葉物」はχόρτο(草、ホルト)の複数形を用いてχόρτα(ホルタ)とも呼ばれます。「グリーン」のような表現。
人が食べる草、であることを明示するならχορταρικά(ホルタリカ)を用います。
λαχανικό(ラハニコ)- 中性名詞
主な意味
- 野菜
読み方
- ラハニコ|λαχανικό
ラテン文字(ローマ字)表記
- lachaniko
英語訳
- vegetable
語形変化
| 単数 | 複数 | |
|---|---|---|
| 主格 | λαχανικό ラハニコ | λαχανικά ラハニカ |
| 属格 | λαχανικού | λαχανικών |
| 対格 | λαχανικό | λαχανικά |
| 呼格 | λαχανικό | λαχανικά |
λαχανικό(ラハニコ)- 関連項目
同じ分類 [食べ物] の単語
- μανιτάρι|きのこ
- κεράσι|サクランボ
- σέλινο|セロリ
- ακτινίδιο|キウイフルーツ
- μήλο|リンゴ
- καρύδα|ココナッツ
- βερίκοκο|アンズ
- κολοκύθα|カボチャ、南瓜
- μαϊντανός|パセリ
- μαρούλι|レタス
同じ品詞 [中性名詞] の単語
- ακτινίδιο|キウイフルーツ
- κεχριμπάρι|琥珀
- ημερολόγιο|暦、カレンダー、日記・日誌(帳)
- στέμμα|冠・王冠・ティアラ、(太陽の)コロナ
- χαλάκι|ラグ
- αγόρι|男の子、少年、ボーイフレンド
- ένδυμα|服・衣服、ドレス
- διαδίκτυο|インターネット
- τριαντάφυλλο|バラ
- όνειρο|夢
同じ品詞 [中性名詞-ο-α] の単語
- ρούχο|服・衣服
- νερό|水
- ημερολόγιο|暦、カレンダー、日記・日誌(帳)
- γραφείο|机、事務所
- γραμματόσημο|切手
- διαβατήριο|パスポート、旅券
- βουνό|山
- δηλητήριο|毒、毒物
- βερίκοκο|アンズ
- σύννεφο|雲


