μπαταρία(バタリア)は「電池、バッテリー」という意味の女性名詞です。
目次
μπαταρία(バタリア)- 語源・由来
イタリア語のbatteria(電池、ドラムなどの意味)から。
ギリシャ語では「電池」を人間の活力、元気の比喩として用いることもあります。疲れきった状態を「電池切れ」と言うのと同じような感じで。
- Γεμίζω τις μπαταρίες μου.
イェミーゾ ティス バタリエス ム
私の電池を充電する(休養して活力をそなえる、のような意味)。
I charge my batteries.
μπαταρία(バタリア)- 関連項目
同じ分類 [物理学] の単語
同じ分類 [電気] の単語
同じ分類 [日用品] の単語
同じ品詞 [女性名詞] の単語
- επιστολή|手紙、書簡
- ελπίδα|希望、期待
- πετονιά|釣り糸
- φωτογραφία|写真
- λαογραφία|伝承
- χαρμοσύνη|至福、無上の喜び
- παρτιτούρα|楽譜
- αστραπή|稲妻、雷光
- εφημερίδα|新聞
- Κασσιόπη|カシオペア(座)
同じ品詞 [女性名詞-α-ες] の単語
- κροκάλα|小石、玉石、礫
- σκιά|影、日陰、陰
- βιολέτα|スミレ
- ερευνήτρια|研究者、探偵(女)
- πεζοπορία|ハイキング、ウォーキング
- Ιαπωνίδα|日本人女性
- ζήλια|嫉妬、妬み、羨望
- χαρά|喜び、嬉しさ、楽しみ
- φούσκα|泡、あぶく、シャボン玉、風船
- βαθμολογία|成績、等級、評点、評価、採点
関連ページ
関連カテゴリー
μπαταρία(バタリア)- 女性名詞
主な意味
- 電池、バッテリー
読み方
- バタリア|μπαταρία
ラテン文字(ローマ字)表記
- bataria
英語訳
- battery
語形変化
| 単数 | 複数 | |
|---|---|---|
| 主格 | μπαταρία バタリア | μπαταρίες バタリエス |
| 属格 | μπαταρίας | μπαταριών |
| 対格 | μπαταρία | μπαταρίες |
| 呼格 | μπαταρία | μπαταρίες |
関連用語
- αλκαλική μπαταρία
アルカリキ バタリア
アルカリ(乾)電池
alkaline battery
- μπαταρία λιθίου
バタリア リシーウ
リチウム(乾)電池
lithium battery
- επαναφορτιζόμενη μπαταρία
エパナフォルティゾーメニ リシーウ
充電池、充電式電池
rechargeable battery


